Π'οσο διχασμένο είναι το δυτικό καπιταλιστικό στρατόπεδο;
Η φετινή 62η Διάσκεψη του Μονάχου συνήλθε 13-15 Φλεβάρη 2026, σε μια περίοδο κλιμακούμενου ανταγωνισμού ανάμεσα στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ΗΠΑ-Κίνα-Ρωσία, αλλά και μεγάλης έντασης ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΕ στα πλαίσια του δυτικού στρατοπέδου. Μπορεί να μην ήταν τόσο επεισοδιακή όσο η αντίστοιχη 61η Διάσκεψη του 2025, αλλά αποτέλεσε σημαντικό γεγονός στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική σκηνή. Τα βασικά ζητήματα που τέθηκαν αφορούσαν την κατάσταση των σχέσεων Ευρώπης και ΗΠΑ και την Ασφάλεια στην ευρωπαϊκή ήπειρο και το ΝΑΤΟ.
Η περσινή Διάσκεψη σημαδεύτηκε από την ομιλία του Αμερικανού αντιπροέδρου Βανς και άλλων Αμερικανών αξιωματούχων, που εξαπέλυσαν αλλεπάλληλες επιθέσεις ενάντια στις κυρίαρχες δυνάμεις της ΕΕ, προκαλώντας μεγάλη ταραχή στους Ευρωπαίους ηγέτες.
Πέρα από την άμεση επέμβαση στην εσωτερική πολιτική ζωή των ευρωπαϊκών κρατών και την υποστήριξή τους στα ακροδεξιά και φασίζοντα κόμματα στη Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Μ. Βρετανία, αυτό που ταρακούνησε, αιφνιδίασε και πανικόβαλλε τότε τους Ευρωπαίους ηγέτες ήταν οι διακηρύξεις-απειλές των Αμερικανών ότι «οι σκληρές στρατηγικές πραγματικότητες εμποδίζουν τις Ηνωμένες Πολιτείες να επικεντρωθούν πρωτίστως στην ασφάλεια της Ευρώπης», καθώς και «η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να μετατοπίσει την εστίαση της αμερικανικής στρατηγικής μακριά από την Ευρώπη, στην Ασία».
Από τότε και μέχρι σήμερα επαναλαμβάνουν σταθερά και αδιάλειπτα ότι «η Αμερική βλέπει στην Κίνα τη μεγαλύτερη απειλή» και ότι «η άνοδος της Κίνας μετατοπίζει ριζικά την ισορροπία ισχύος». Έτσι οι Ευρωπαίοι βρέθηκαν για πρώτη φορά, 80 χρόνια μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, μπροστά στην ευθύνη να αναλάβουν αυτοί κατά κύριο λόγο και όχι οι Αμερικάνοι το τεράστιο βάρος και κόστος της άμυνας και της ασφάλειας της Ευρώπης, σε μια στιγμή μάλιστα που μαίνεται ο πόλεμος στην Ουκρανία με πολύ ζωντανή δίπλα τους την απειλή της ρωσικής επιθετικότητας. Και επί πλέον, έπρεπε οι Ευρωπαίοι να αναλάβουν και το κόστος του πολέμου στην Ουκρανία. Ένας πόλεμος ο οποίος με βάση τις προσταγές Τραμπ θα πρέπει να τελειώσει άμεσα, και προς τούτο πιέζει και εκβιάζει διαρκώς το Ζελένσκι να παραδώσει το Ντομπάς στη Ρωσία, όπως αποκάλυψε ο τελευταίος στο Μόναχο.
Πριν ένα χρόνο αυτές οι εξελίξεις φάνταζαν αδιανόητες και σίγουρα ακατανόητες για τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές και όχι μόνο. Θεωρήθηκε τότε πως πρόκειται για εξελίξεις της στιγμής που με την πάροδο του χρόνου θα εκτονωθούν, θα αποκατασταθούν οι σχέσεις τους και θα επανέλθουν τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση. Καθώς όμως ο χρόνος κυλούσε, διαπιστώθηκε πως όχι μόνο δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο, αλλά αντίθετα η Ουάσιγκτον επιτάχυνε τις κινήσεις της στην κατεύθυνση που διακήρυξε, με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζονται τα ζητήματα διαφωνιών και αντιπαραθέσεων. Έτσι οι περσινές ρωγμές που προκλήθηκαν στο Μόναχο βάθυναν στο χρόνο που πέρασε, αναγκάζοντας τον καγκελάριο Μέρτς -ο οποίος άνοιξε φέτος τις εργασίες της Διάσκεψης- να ξεκινήσει την ομιλία του λέγοντας: «Ένα ρήγμα, ένα βαθύ χάσμα έχει ανοίξει μεταξύ της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών».
Στη φετινή Διάσκεψη οι Αμερικανοί επεδίωξαν με τον υπουργό Εξωτερικών Ρούμπιο να καθησυχάσουν τους Ευρωπαίους ότι δεν πρόκειται να εγκαταλείψουν την Ευρώπη και να δημιουργήσουν μια επίφαση ενότητας, πλην όμως τόσο ο ίδιος όσο και ο υφυπουργός πολέμου των ΗΠΑ Έλμπριτζ Κόλμπι, μετέφεραν το ίδιο μήνυμα από την Ουάσινγκτον, το οποίο ξεκαθαρίζει ότι η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει το κύριο βάρος της συμβατικής της άμυνας, επιτρέποντας στις ΗΠΑ να μειώσουν τη στρατιωτική τους παρουσία στην Ευρώπη για να επικεντρωθούν στον Ινδο-Ειρηνικό.
Η σαρωτική άνοδος και επέκταση της παγκόσμιας επιρροής του κινέζικου ιμπεριαλισμού, η ανάδειξη της κινέζικης οικονομίας στη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη με βάση την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης, έχει αλλάξει δραστικά τους παγκόσμιους συσχετισμούς δυνάμεων, προκαλεί τεράστιες ανακατατάξεις, μετατοπίζει τις παγκόσμιες ισορροπίες και αναγκάζει τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό να αναζητήσει νέες ισορροπίες και να επαναπροσδιορίσει τη θέση του απέναντι στους συμμάχους και αντιπάλους του.
Βασικός άξονας της πολιτικής του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού είναι η ενίσχυση της στρατηγικής του θέσης απέναντι στον κινέζικο ιμπεριαλισμό, που σημαίνει μια κλιμακούμενη επιθετικότητα της Ουάσιγκτον για την αναχαίτιση και αποτροπή του Πεκίνου σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, από το Δυτικό Ημισφαίριο μέχρι την Ασία και τον Ειρηνικό. Ταυτόχρονα επιχειρεί μεγάλα ανοίγματα στη Ρωσία με την προκλητικά ευνοϊκή θέση του στον πόλεμο της Ουκρανίας, με σκοπό να απομακρύνει τη Ρωσία από την Κίνα, ενώ παράλληλα εφαρμόζει μια πολιτική σκλήρυνσης απέναντι στους κύριους συμμάχους του αλλά και σημαντικούς εμπορικούς ανταγωνιστές του, όπως η ΕΕ και ο Καναδάς.
Ένα χρόνο η Ουάσιγκτον εφαρμόζει μια πολιτική ανοικτών ή συγκεκαλυμμένων επιθέσεων, απειλών και εκβιασμών για διάφορα ζητήματα απέναντι στην Ευρώπη, οδηγώντας τις σχέσεις τους σε σοβαρή κρίση. Από την πρόσφατη απειλή για «αγορά»-προσάρτηση της Γροιλανδίας, μέχρι την εργαλειοποίηση του εμπορίου και την επιβολή δασμών, τη διαρκή πίεση σε βασικά ζητήματα άμυνας και ασφάλειας και την κρίση στην Ουκρανία, οι ενέργειες της Ουάσιγκτον έχουν ανεβάσει τον πυρετό στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, που είναι πλέον αναγκασμένες «να συνειδητοποιήσουν την πραγματικότητα και να αφυπνιστούν», όπως είπε ο Μακρόν στην τελευταία συνέντευξή του σε επτά ευρωπαϊκές εφημερίδες πριν το άτυπο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 12 Φλεβάρη. Και το ζήτημα είναι αν οι ρωγμές που έχουν προκληθεί στις σχέσεις τους με τα αλλεπάλληλα χτυπήματα του Τραμπ μπορεί να γίνουν ρήγμα που θα προκαλέσει ρήξη στο δυτικό στρατόπεδο, όπως άφησε να εννοηθεί ο Καναδός πρωθυπουργός Κάρνεϊ στην βαρυσήμαντη ομιλία του στο Νταβός. Από τη στιγμή που οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές «συνειδητοποίησαν» ότι οι ΗΠΑ αποδεσμεύονται, μειώνουν τη στρατιωτική παρουσία τους στην Ευρώπη και μετατοπίζουν την εστίασή τους στην Ασία, υποχρεώθηκαν να δουν τη νέα πραγματικότητα και πώς θα την αντιμετωπίσουν. Στην αρχή είναι αλήθεια με πανικό, με σπασμωδικές κινήσεις, πολεμικές κραυγές και αντιρωσική υστερία, βλέποντας πάνω από τα κεφάλια τους να πετούν καθημερινά… ρωσικά ντρόουν. Έτσι, «όταν δημιουργήθηκε αμφιβολία ως προς τη συνέχιση της αμερικανικής βοήθειας», λέει ο Μακρόν, δημιουργήθηκε η «συμμαχία των προθύμων» της οποίας πλέον ηγούνται το Παρίσι και το Λονδίνο. Και όταν στην πορεία συνειδητοποίησαν οι Ευρωπαίοι πως αυτοί καλούνται να αναλάβουν το κύριο βάρος της ευρωπαϊκής ασφάλειας, τότε σύσσωμα τα ευρωπαϊκά επιτελεία έβαλαν μπροστά τα τεράστια εξοπλιστικά προγράμματα που, αν υλοποιηθούν, θα έχουν βέβαια και τεράστιες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις, για αυτό εξ άλλου έχουν ήδη προκύψει μεγάλα προβλήματα και αντιθέσεις στο εσωτερικό των μεγάλων ιμπεριαλιστικών χωρών της ΕΕ για το πώς θα προχωρήσει ο επανεξοπλισμός της Ευρώπης.
Στη βάση αυτών των εξελίξεων επανήλθε στους κόλπους της ΕΕ το ζήτημα που θέτει ιδιαίτερα η Γαλλία, αυτό της ανεξάρτητης ευρωπαϊκής άμυνας και του λεγόμενου ευρωστρατού. Γιατί αν η ΕΕ μπορούσε να καταστεί υπεύθυνη της άμυνάς της και μάλιστα να εξοπλιστεί από τις ευρωπαϊκές πολεμικές βιομηχανίες, παρακάμπτοντας τη στρατιωτική εξάρτηση και τις πολεμικές βιομηχανίες των ΗΠΑ, αυτό θα μπορούσε να συμβάλει ιδιαίτερα στην ανάδειξή της σε μια αυτόνομη γεωπολιτική δύναμη, διαδραματίζοντας έναν ανεξάρτητο ιμπεριαλιστικό ρόλο και επαναπροσδιορίζοντας τη σχέση της με τις ΗΠΑ. Ίσως είναι η πρώτη φορά που οι διεθνείς συνθήκες φαίνεται να ευνοούν μια τέτοια εξέλιξη και να «σπρώχνουν» την Ευρώπη να αναλάβει ένα τέτοιο ρόλο. Όμως αυτό προϋποθέτει μια ευρύτερη πορεία ενοποίησης των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της ΕΕ που δεν προκύπτει από πουθενά. Αντίθετα είδαμε την αποχώρηση της Μ. Βρετανίας από την ΕΕ και τις συνεχείς τριβές του γαλλογερμανικού άξονα. Ακόμη οι ευρωπαϊκοί ανταγωνισμοί που συγκαλύπτονταν κάτω από την άσκηση της αμερικανικής ηγεμονίας στην Ευρώπη, τώρα με τη μείωση της παρουσίας των ΗΠΑ είναι πιθανό να εκδηλωθούν με μεγαλύτερη ένταση και σε μια πορεία να επανέλθουν οι γνωστές ιστορικές διαιρέσεις στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Ορισμένες εξελίξεις μάλιστα φαίνεται να ευνοούν μια τέτοια κατεύθυνση.
Συγκεκριμένα, μόλις δόθηκε το μαρς του επανεξοπλισμού της Ευρώπης, τον περσινό Μάρτη, με το περίφημο πρόγραμμα «ReArm» των 800 δισ. ευρώ, που τώρα έφτασε 1 τρισ., η Γερμανία προχώρησε σε μια φρενήρη κούρσα και το 2025 δαπάνησε περισσότερα για την άμυνα της από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Ο στρατιωτικός της προϋπολογισμός σήμερα κατατάσσεται τέταρτος στον κόσμο, πίσω από ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία. Οι ετήσιες στρατιωτικές δαπάνες υπολογίζεται να φτάσουν τα 190 δισεκατομμύρια δολάρια το 2029, τρεις φορές πάνω από ό,τι ήταν το 2022. Η Γερμανία εξετάζει ακόμη και την επιστροφή στην υποχρεωτική στράτευση. Εάν η χώρα συνεχίσει την πορεία της, θα είναι και πάλι μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη πριν από το 2030. Η Γερμανία πρόσφατα χαλάρωσε το φρένο χρέους της για να επιτρέψει όσες στρατιωτικές δαπάνες κρίνει αναγκαίες, μια επιλογή που οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες -οι οποίες έχουν μεγαλύτερα ελλείμματα- δεν έχουν. Το Βερολίνο αποφάσισε να δαπανήσει το μεγαλύτερο μέρος του αμυντικού του προϋπολογισμού σε γερμανικές αμυντικές βιομηχανίες, εκμεταλλευόμενο μια εξαίρεση που επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρακάμπτουν τις διαδικασίες κοινοποίησης και έγκρισης των εθνικών αμυντικών βιομηχανιών, όταν αυτές οι δαπάνες αφορούν συμφέροντα εθνικής ασφάλειας. Οι μεγάλες στρατιωτικές βιομηχανίες της έχουν εξελιχθεί σε παγκόσμια μονοπώλια με την Rheinmetall AG να είναι η μεγαλύτερη της Ευρώπης και από τις κορυφαίες στον κόσμο.
Το ίδιο «παράθυρο» αξιοποίησε και η Γαλλία, η Ιταλία, και άλλες χώρες για να ενισχύσουν τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς τους, αλλά καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν μπορεί να φτάσει τις δαπάνες του Βερολίνου. Η Γερμανία είναι μακράν η μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ και μπορεί να διαθέσει πολύ περισσότερους πόρους και δαπάνες για τον εξοπλισμό της. Η δέσμευση του Μερτς στο Μόναχο ότι θα «κάνει τη Bundeswehr τον ισχυρότερο συμβατικό στρατό στην Ευρώπη», ξυπνώντας όλη την εθνικιστική, μιλιταριστική ιστορία του, πρέπει να προκάλεσε ρίγη στο Παρίσι που θέλει να επαναβεβαιωθεί ως η κορυφαία στρατιωτική δύναμη της ηπείρου και να εγγυηθεί μάλιστα και την πυρηνική της ασφάλεια.
Καθώς το Βερολίνο ανεβαίνει και στον στρατιωτικό τομέα, ο ανταγωνισμός θα οξυνθεί και μπορεί να γίνει πολύ πιο επικίνδυνος εάν η Γερμανία καταλήξει -διόλου απίθανο- να κυβερνάται από το αρεστό στον Τραμπ ακροδεξιό κόμμα, Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), το οποίο είναι πρώτο στις δημοσκοπήσεις σε εθνική κλίμακα.
H Γαλλία προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποτρέψει αυτές τις εξελίξεις και να φρενάρει την πορεία ανεξέλεγκτου επανεξοπλισμού της Γερμανίας. Ο Μακρόν, τόσο στη συνέντευξη που προαναφέραμε όσο και στη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, διατύπωσε το «νέο ευρωπαϊκό οικονομικό δόγμα», που σύμφωνα με τη Γαλλία στηρίζεται «στην εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς, στη μείωση των στρατηγικών εξαρτήσεων και σε μαζικές κοινές επενδύσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο».
Το νέο στοιχείο που ξεχωρίζει είναι η έμφαση που δίνεται στις κοινές ευρωπαϊκές επενδύσεις, υπογραμμίζοντας ότι «οι επενδύσεις του μέλλοντος -άμυνα, τεχνολογία, καινοτομία- δεν μπορούν να γίνουν μόνο από τα κράτη-μέλη» και ότι «χωρίς κοινές ευρωπαϊκές επενδύσεις, η ενιαία αγορά θα διαλυθεί». Σε αυτό το πλαίσιο άνοιξε τη συζήτηση για κοινό δανεισμό, για την έκδοση ευρωομολόγων, επισημαίνοντας ότι «ορισμένες επενδύσεις είναι απλώς πολύ μεγάλες για να τις χρηματοδοτήσει ένα κράτος μόνο του».
Μέσα από τις «κοινές επενδύσεις» επιδιώκεται να αναγκαστεί το Βερολίνο σε μια ενιαία αγορά όπλων και γενικότερα η ενσωμάτωση της γερμανικής στρατιωτικής και βιομηχανικής δύναμης σε κοινά ελεγχόμενες ευρωπαϊκές δομές. Μόνο που ο Μερτς στο Μόναχο απέρριψε κατηγορηματικά τα ευρωομόλογα και τον κοινό δανεισμό για μεγάλες επενδύσεις, ιδιαίτερα αυτές που αφορούν στον επανεξοπλισμό και θέλει οι δαπάνες και οι προμήθειες να παραμείνουν σταθερά στα χέρια των εθνικών κυβερνήσεων.
Αυτές τις μέρες μάλιστα είδαμε να τινάζει στον αέρα ο Μέρτς ένα τεράστιο κοινό γαλλογερμανικό πρόγραμμα για την κατασκευή του νέου ευρωπαϊκού μαχητικού αεροσκάφους (SCAF) που είχε στόχο να αντικαταστήσει τα γαλλικά Rafale και τα γερμανικά Eurofighter. Προβάλλοντας ο Μερτς ως επιχείρημα πως οι δυο χώρες έχουν διαφορετικές ανάγκες μαχητικού αεροσκάφους και ότι «διαφωνούν σχετικά με τις προδιαγραφές και το προφίλ», βρίσκεται ένα βήμα πριν την αποχώρησή του από το πρόγραμμα του μαχητικού αεροπλάνου που υποτίθεται αναπτύσσουν μαζί και το πιθανότερο είναι να αναπτύξει η κάθε χώρα το δικό της μαχητικό.
Το μόνο πρόγραμμα δανεισμού που έχει εγκριθεί είναι το γνωστό EU SAFE, το οποίο είναι πολύ μικρό σε σύγκριση με το σχέδιο της Γερμανίας να δαπανήσει περισσότερα από 750 δισεκατομμύρια δολάρια για το στρατό της τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Απέναντι σε όλα αυτά η Γερμανία προτάσσει την εθνικιστική, μιλιταριστική πολιτική -όπως κάνουν εξ άλλου και οι άλλες ιμπεριαλιστικές ευρωπαϊκές χώρες- και επαναφέρει το σχέδιο για την «Ευρώπη των δύο ταχυτήτων», προωθώντας έτσι την όξυνση των ανταγωνισμών και τη διαίρεση στην ευρωπαϊκή ήπειρο με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την επόμενη μέρα.
πηγή: Λαϊκός Δρόμος
